Στην τελευταία θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την αγοραστική δύναμη των δημοσίων υπαλλήλων εμφανίζεται η Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται έρευνα του Πανελλήνιου Συλλόγου Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τ. ΟΕΕ – τ. ΟΕΚ (ΠΑΝΣΥΠΟ).
Σύμφωνα με την έρευνα, ένας Έλληνας δημόσιος υπάλληλος αντιστοιχεί σε 1.324 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) τον μήνα, έναντι 3.152 PPS ως ευρωπαϊκός μέσος όρος. Η διαφορά αντιστοιχεί σε απόκλιση περίπου 58% από τον μέσο όρο.
Τα στοιχεία επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα των αποδοχών στο Δημόσιο, αλλά και το κατά πόσο οι μισθολογικές αυξήσεις των τελευταίων ετών έχουν περιορίσει ουσιαστικά την απόσταση από τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ.
Τι δείχνουν τα στοιχεία για την Ελλάδα
Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην έρευνα του ΠΑΝΣΥΠΟ:
| Χώρα / περιοχή | Μηνιαίες μονάδες PPS |
|---|---|
| Ευρωπαϊκός μέσος όρος | 3.152 PPS |
| Βουλγαρία | 2.010 PPS |
| Ρουμανία | 1.626 PPS |
| Ελλάδα | 1.324 PPS |
Η Ελλάδα εμφανίζεται έτσι χαμηλότερα ακόμη και από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη σύγκριση.
Η έρευνα υποστηρίζει επίσης ότι η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλη παρά τις αυξήσεις που έχουν ανακοινωθεί τα τελευταία χρόνια.
Τι είναι το PPS και γιατί έχει σημασία
Το PPS, ή Purchasing Power Standard, δεν είναι ένας ακόμη τύπος μισθού σε ευρώ.
Πρόκειται για μια τεχνητή κοινή μονάδα που χρησιμοποιείται στις ευρωπαϊκές στατιστικές προκειμένου να γίνονται συγκρίσεις μεταξύ χωρών λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές στο επίπεδο των τιμών.
Με απλά λόγια, ένας μισθός €1.500 στην Ελλάδα και ένας μισθός €1.500 σε μία χώρα με πολύ διαφορετικό κόστος ζωής δεν προσφέρουν απαραίτητα την ίδια αγοραστική δύναμη.
Γι’ αυτό η χρήση του PPS μπορεί να δώσει διαφορετική εικόνα από μία απλή σύγκριση μισθών σε ευρώ. Η Eurostat εξηγεί ότι οι ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης χρησιμοποιούνται ακριβώς για να απομονώνεται η επίδραση των διαφορών στα επίπεδα τιμών μεταξύ των χωρών.
Η διαφορά με τον ιδιωτικό τομέα
Η ίδια έρευνα υποστηρίζει ότι έχει δημιουργηθεί σημαντικό μισθολογικό χάσμα μεταξύ Δημοσίου και ιδιωτικού τομέα στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο πρόεδρος του ΠΑΝΣΥΠΟ, Κωνσταντίνος Λιβέρης, οι δημόσιοι υπάλληλοι βρίσκονται αντιμέτωποι με χαμηλότερο συνολικό εισόδημα, μεταξύ άλλων επειδή δεν λαμβάνουν 13ο μισθό, επίδομα Πάσχα και επίδομα αδείας.
Ο ίδιος συνδέει επίσης το μισθολογικό χάσμα με το γεγονός ότι τα μισθολογικά κλιμάκια δεν έχουν, κατά την άποψη του συλλόγου, προσαρμοστεί επαρκώς στην άνοδο του κόστους ζωής.
Πρόκειται για θέσεις του ΠΑΝΣΥΠΟ και όχι για ανεξάρτητη αξιολόγηση της Eurostat.
Γιατί το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους δημοσίους υπαλλήλους
Οι μισθοί στο Δημόσιο δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα των εργαζομένων που απασχολούνται στο κράτος.
Η αμοιβή και η ελκυστικότητα των θέσεων του Δημοσίου επηρεάζουν την ικανότητα του κράτους να προσελκύει προσωπικό σε κρίσιμες ειδικότητες.
Σύμφωνα με την έρευνα και τις δηλώσεις που τη συνοδεύουν, το πρόβλημα εμφανίζεται ιδιαίτερα έντονο σε ειδικότητες όπως:
- μηχανικοί
- εργαζόμενοι στην πληροφορική
- εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό.
Όπως υποστηρίζει ο πρόεδρος του ΠΑΝΣΥΠΟ, σε ορισμένες προκηρύξεις του ΑΣΕΠ για τέτοιες ειδικότητες οι θέσεις δεν καλύπτονται σε ικανοποιητικό βαθμό, καθώς ο ιδιωτικός τομέας μπορεί να προσφέρει υψηλότερες αμοιβές.
Το ζήτημα επομένως δεν είναι μόνο πόσα χρήματα λαμβάνει ένας δημόσιος υπάλληλος, αλλά και πόσο ανταγωνιστικό είναι το Δημόσιο στην αγορά εργασίας.
Οι μισθοί στην Ελλάδα παραμένουν χαμηλοί συνολικά
Η εικόνα των δημοσίων υπαλλήλων εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ελληνικό μισθολογικό πρόβλημα.
Η Eurostat ανακοίνωσε ότι ο μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ελλάδα ανήλθε το 2024 σε €18.000, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν €39.800. Η Ελλάδα βρέθηκε έτσι μεταξύ των χωρών με τους χαμηλότερους μέσους μισθούς στην ΕΕ.
Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή: τα συγκεκριμένα στοιχεία της Eurostat αφορούν το σύνολο των εργαζομένων και όχι ειδικά τους δημοσίους υπαλλήλους. Δεν μπορούν επομένως να χρησιμοποιηθούν ως άμεση απόδειξη για τις αποδοχές στο Δημόσιο.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, γιατί διαφορετικοί δείκτες μετρούν διαφορετικά πράγματα.
Οι αυξήσεις δεν έχουν εξαλείψει το χάσμα
Η έρευνα του ΠΑΝΣΥΠΟ υποστηρίζει ότι η απόκλιση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει περίπου στα ίδια επίπεδα σε σχέση με το 2021.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται απόκλιση -56% το 2021 και περίπου -58% στα νεότερα στοιχεία που παρουσιάζει η έρευνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ονομαστικοί μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων δεν έχουν αυξηθεί.
Σημαίνει ότι, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ανάλυση, η σχετική απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει πολύ μεγάλη.
Είναι μια σημαντική διάκριση: άλλο η αύξηση του μισθού σε απόλυτους αριθμούς και άλλο η βελτίωση της θέσης ενός εργαζομένου σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους άλλων χωρών.
Είναι το Δημόσιο ακόμη ελκυστικό για έναν εργαζόμενο;
Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε επαγγέλματα όπου υπάρχει μεγάλη ζήτηση και στον ιδιωτικό τομέα.
Ένας νέος μηχανικός, οικονομολόγος ή επαγγελματίας πληροφορικής μπορεί να συγκρίνει πλέον όχι μόνο τη μονιμότητα και την ασφάλεια μιας δημόσιας θέσης, αλλά και:
- τον αρχικό μισθό,
- τις δυνατότητες μισθολογικής εξέλιξης,
- τις προοπτικές προαγωγής,
- τις συνθήκες εργασίας,
- την τηλεργασία,
- τα πρόσθετα οφέλη,
- τις δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης.
Όταν η διαφορά στις αποδοχές είναι μεγάλη, η ασφάλεια της δημόσιας απασχόλησης μπορεί να μην αρκεί για να προσελκύσει εξειδικευμένο προσωπικό.
Το επιχείρημα για τον 13ο και τον 14ο μισθό
Ένα από τα βασικά επιχειρήματα του ΠΑΝΣΥΠΟ αφορά την απουσία 13ου μισθού, δώρου Χριστουγέννων, δώρου Πάσχα και επιδόματος άδειας στο Δημόσιο.
Ο σύλλογος θεωρεί ότι η απουσία αυτών των πρόσθετων καταβολών επιβαρύνει τη συνολική εικόνα των ετήσιων αποδοχών.
Πρόκειται όμως για θέμα που συνδέεται με τη συνολική αρχιτεκτονική του μισθολογίου και δεν μπορεί να αποτιμηθεί μόνο μέσα από έναν δείκτη αγοραστικής δύναμης.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τον εργαζόμενο
Η συζήτηση για τους μισθούς του Δημοσίου δεν είναι μόνο θέμα σύγκρισης αριθμών.
Για έναν εργαζόμενο που εξετάζει μια θέση στο Δημόσιο, το πραγματικό ερώτημα είναι τι αγοραστική δύναμη προσφέρει ο μισθός, ποια είναι η δυνατότητα εξέλιξης και πώς συγκρίνεται το συνολικό πακέτο αποδοχών και εργασιακών συνθηκών με τον ιδιωτικό τομέα.
Για την ελληνική οικονομία, το μεγαλύτερο ζήτημα είναι διαφορετικό: εάν το Δημόσιο δεν μπορεί να ανταγωνιστεί την αγορά για εξειδικευμένο προσωπικό, τότε η χαμηλή μισθολογική ελκυστικότητα μπορεί να μετατραπεί σε πρόβλημα στελέχωσης κρίσιμων υπηρεσιών.
Η μεγάλη εικόνα
Τα στοιχεία που παρουσιάζει ο ΠΑΝΣΥΠΟ, με αναφορά σε δεδομένα της Eurostat, δείχνουν μια πολύ μεγάλη απόσταση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς την αγοραστική δύναμη των δημοσίων υπαλλήλων.
Η Ελλάδα καταγράφεται με 1.324 PPS, έναντι 3.152 PPS στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη έρευνα.
Το σημαντικότερο όμως συμπέρασμα δεν είναι απλώς η θέση στον πίνακα. Είναι το ερώτημα εάν οι μισθολογικές πολιτικές μπορούν να κάνουν το Δημόσιο αρκετά ελκυστικό ώστε να προσελκύει και να διατηρεί εργαζομένους με υψηλή εξειδίκευση.
Γιατί στο τέλος, το ζήτημα των μισθών δεν είναι μόνο θέμα εισοδήματος. Είναι και θέμα στελέχωσης, παραγωγικότητας και αποτελεσματικότητας του ίδιου του κράτους.
Πίνακας Σύνοψης
Ο πίνακας εδώ οπωσδήποτε αξίζει:
| Στοιχείο | Ελλάδα | Σύγκριση |
|---|---|---|
| Αγοραστική δύναμη δημοσίου υπαλλήλου | 1.324 PPS/μήνα | — |
| Ευρωπαϊκός μέσος όρος | 3.152 PPS/μήνα | Ελλάδα περίπου 58% χαμηλότερα |
| Βουλγαρία | 2.010 PPS/μήνα | Υψηλότερα από Ελλάδα |
| Ρουμανία | 1.626 PPS/μήνα | Υψηλότερα από Ελλάδα |
| Θέση Ελλάδας | 27η | Τελευταία μεταξύ των 27 χωρών, σύμφωνα με την έρευνα |
| Μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης, 2024 | €18.000 | Σύνολο εργαζομένων, όχι μόνο Δημόσιο |
| Μέσος ετήσιος μισθός πλήρους απασχόλησης ΕΕ, 2024 | €39.800 | Σύνολο εργαζομένων |
Σημείωση: Τα 1.324 / 3.152 PPS προέρχονται από την έρευνα του ΠΑΝΣΥΠΟ όπως παρουσιάζεται στο δημοσίευμα και δεν πρέπει να παρουσιαστούν ως αυτούσια δημοσιευμένος πίνακας της Eurostat. Η Eurostat επιβεβαιώνει τη χρήση PPS ως μονάδας για συγκρίσεις που λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές στα επίπεδα τιμών.
Αφήστε μια απάντηση